Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιβλιομανής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μανία με την ανάγνωση βιβλίων ή που επιδιώκει να έχει στην κατοχή του πολλά (σπάνια ή πολύτιμα) βιβλία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιβλιομανής < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική bibliomaniac < αρχαία ελληνική βιβλίον + μανία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιβλιομανήςβιβλιομανήςβιβλιομανές
Γενικήβιβλιομανούςβιβλιομανούςβιβλιομανούς
Αιτιατικήβιβλιομανήβιβλιομανήβιβλιομανές
Κλητικήβιβλιομανή / βιβλιομανήςβιβλιομανήςβιβλιομανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιβλιομανείςβιβλιομανείςβιβλιομανή
Γενικήβιβλιομανώνβιβλιομανώνβιβλιομανών
Αιτιατικήβιβλιομανείςβιβλιομανείςβιβλιομανή
Κλητικήβιβλιομανείςβιβλιομανείςβιβλιομανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →