μανιά
•
- ιδιωματικόγιαγιά Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος που κινείται παρασκηνιακά και ενδεχομένως ύπουλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανιά < μάν(α) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανιά | μανιές |
| Γενική | μανιάς | μανιών |
| Αιτιατική | μανιά | μανιές |
| Κλητική | μανιά | μανιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →