Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μανιά

/maˈɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόγιαγιά Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάάνθρωπος που κινείται παρασκηνιακά και ενδεχομένως ύπουλα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανιά < μάν(α) + -ιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμανιάμανιές
Γενικήμανιάςμανιών
Αιτιατικήμανιάμανιές
Κλητικήμανιάμανιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μανία

/maˈni.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψυχιατρικήοξεία διαταραχή των ψυχοπνευματικών λειτουργιών του ανθρώπου· τα συμπτώματά της είναι η υπερκινητικότητα, η έξαρση της φαντασίας, διάσπαση της προσοχής, έμμονες ιδέες, αχαλίνωτη ροή λόγου κ.λπ. Βικιλεξικό
  2. έντονη εμμονή κάποιου για κάτι που το επιδιώκει ή ασχολείται παθιασμένα με αυτό Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάμεγάλη ένταση ενός φυσικού φαινομένου Βικιλεξικό
  4. οργή Βικιλεξικό
  5. παραφροσύνη Βικιλεξικό
  6. μίσος Βικιλεξικό
  7. υπερβολική αγάπη προς κάτι ή κάποιον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μανία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμανίαμανίες
Γενικήμανίας—
Αιτιατικήμανίαμανίες
Κλητικήμανίαμανίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →