βιδώνω
•
- περιστρέφω μια βίδα ώστε να εισχωρήσει σε ειδική θέση ή σε υλικό και να στερεώσει κάτι Βικιλεξικό
- στερεώνω κάτι με βίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιδώνω < βίδα + -ωνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιδώνω | βιδώνεις | βιδώνει | βιδώνουμε | βιδώνετε | βιδώνουν / βιδώνουνε |
| Παρατατικός | βίδωνα | βίδωνες | βίδωνε | βιδώναμε | βιδώνατε | βίδωναν / βιδώναν / βιδώνανε |
| Αόριστος | βίδωσα | βίδωσες | βίδωσε | βιδώσαμε | βιδώσατε | βίδωσαν / βιδώσαν / βιδώσανε |
| Μέλλοντας | θα βιδώνω / θα βιδώσω | θα βιδώνεις / θα βιδώσεις | θα βιδώνει / θα βιδώσει | θα βιδώνουμε / θα βιδώσουμε | θα βιδώνετε / θα βιδώσετε | θα βιδώνουν / θα βιδώνουνε / θα βιδώσουν / θα βιδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βιδώσει | έχεις βιδώσει | έχει βιδώσει | έχουμε βιδώσει | έχετε βιδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιδώσει | είχες βιδώσει | είχε βιδώσει | είχαμε βιδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιδώσει / να βιδώνω / να βιδώσω | να έχεις βιδώσει / να βιδώνεις / να βιδώσεις | να έχει βιδώσει / να βιδώνει / να βιδώσει | να έχουμε βιδώσει / να βιδώνουμε / να βιδώσουμε | να έχετε βιδώσει / να βιδώνετε / να βιδώσετε | να βιδώνουν / να βιδώνουνε / να βιδώσουν / να βιδώσουνε |
| Προστακτική | — | βίδωνε / βίδωσε | — | — | βιδώνετε / βιδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →