ξεβιδώνω
•
- αφαιρώ μια βίδα Βικιλεξικό
- χαλαρώνω το σφίξιμο μιας βίδας Βικιλεξικό
- μεταφορικάκουράζω υπερβολικά κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξεβιδώνω < ξε- + βιδώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξεβιδώνω | ξεβιδώνεις | ξεβιδώνει | ξεβιδώνουμε | ξεβιδώνετε | ξεβιδώνουν / ξεβιδώνουνε |
| Παρατατικός | ξεβίδωνα | ξεβίδωνες | ξεβίδωνε | ξεβιδώναμε | ξεβιδώνατε | ξεβίδωναν / ξεβιδώναν / ξεβιδώνανε |
| Αόριστος | ξεβίδωσα | ξεβίδωσες | ξεβίδωσε | ξεβιδώσαμε | ξεβιδώσατε | ξεβίδωσαν / ξεβιδώσαν / ξεβιδώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξεβιδώνω / θα ξεβιδώσω | θα ξεβιδώνεις / θα ξεβιδώσεις | θα ξεβιδώνει / θα ξεβιδώσει | θα ξεβιδώνουμε / θα ξεβιδώσουμε | θα ξεβιδώνετε / θα ξεβιδώσετε | θα ξεβιδώνουν / θα ξεβιδώνουνε / θα ξεβιδώσουν / θα ξεβιδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξεβιδώσει | έχεις ξεβιδώσει | έχει ξεβιδώσει | έχουμε ξεβιδώσει | έχετε ξεβιδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξεβιδώσει | είχες ξεβιδώσει | είχε ξεβιδώσει | είχαμε ξεβιδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξεβιδώσει / να ξεβιδώνω / να ξεβιδώσω | να έχεις ξεβιδώσει / να ξεβιδώνεις / να ξεβιδώσεις | να έχει ξεβιδώσει / να ξεβιδώνει / να ξεβιδώσει | να έχουμε ξεβιδώσει / να ξεβιδώνουμε / να ξεβιδώσουμε | να έχετε ξεβιδώσει / να ξεβιδώνετε / να ξεβιδώσετε | να ξεβιδώνουν / να ξεβιδώνουνε / να ξεβιδώσουν / να ξεβιδώσουνε |
| Προστακτική | — | ξεβίδωνε / ξεβίδωσε | — | — | ξεβιδώνετε / ξεβιδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →