βιντεογραφώ
•
- αποτυπώνω γεγονός ή εικόνες με τη χρήση βιντεοκάμερας ή άλλου μέσου λήψης κινούμενης εικόνας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιντεογραφώ < βίντεο + -ο- + γράφω + -ώ (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική video)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιντεογραφώ | βιντεογραφείς | βιντεογραφεί | βιντεογραφούμε | βιντεογραφείτε | βιντεογραφούν / βιντεογραφούνε |
| Παρατατικός | βιντεογραφούσα | βιντεογραφούσες | βιντεογραφούσε | βιντεογραφούσαμε | βιντεογραφούσατε | βιντεογραφούσαν / βιντεογραφούσανε |
| Αόριστος | βιντεογράφησα | βιντεογράφησες | βιντεογράφησε | βιντεογραφήσαμε | βιντεογραφήσατε | βιντεογράφησαν / βιντεογραφήσαν / βιντεογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα βιντεογραφήσω / θα βιντεογραφώ | θα βιντεογραφήσεις / θα βιντεογραφείς | θα βιντεογραφήσει / θα βιντεογραφεί | θα βιντεογραφήσουμε / θα βιντεογραφούμε | θα βιντεογραφήσετε / θα βιντεογραφείτε | θα βιντεογραφήσουν / θα βιντεογραφήσουνε / θα βιντεογραφούν / θα βιντεογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω βιντεογραφήσει | έχεις βιντεογραφήσει | έχει βιντεογραφήσει | έχουμε βιντεογραφήσει | έχετε βιντεογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιντεογραφήσει | είχες βιντεογραφήσει | είχε βιντεογραφήσει | είχαμε βιντεογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιντεογραφήσει / να βιντεογραφήσω / να βιντεογραφώ | να έχεις βιντεογραφήσει / να βιντεογραφήσεις / να βιντεογραφείς | να έχει βιντεογραφήσει / να βιντεογραφήσει / να βιντεογραφεί | να έχουμε βιντεογραφήσει / να βιντεογραφήσουμε / να βιντεογραφούμε | να έχετε βιντεογραφήσει / να βιντεογραφήσετε / να βιντεογραφείτε | να βιντεογραφήσουν / να βιντεογραφήσουνε / να βιντεογραφούν / να βιντεογραφούνε |
| Προστακτική | — | βιντεογράφει / βιντεογράφησε | — | — | βιντεογραφήστε / βιντεογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →