Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιντεοληπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου έχει σχέση με τη βιντεοληψία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιντεοληπτικός < βιντεολήπτης + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιντεοληπτικόςβιντεοληπτικήβιντεοληπτικό
Γενικήβιντεοληπτικούβιντεοληπτικήςβιντεοληπτικού
Αιτιατικήβιντεοληπτικόβιντεοληπτικήβιντεοληπτικό
Κλητικήβιντεοληπτικέβιντεοληπτικήβιντεοληπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιντεοληπτικοίβιντεοληπτικέςβιντεοληπτικά
Γενικήβιντεοληπτικώνβιντεοληπτικώνβιντεοληπτικών
Αιτιατικήβιντεοληπτικούςβιντεοληπτικέςβιντεοληπτικά
Κλητικήβιντεοληπτικοίβιντεοληπτικέςβιντεοληπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →