βιντεοσκοπώ
•
- καταγράφω μια σκηνή (εικόνα και ήχο) σε βίντεο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιντεοσκοπώ < βίντεο + -ο- + -σκοπώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βιντεοσκοπώ | βιντεοσκοπείς | βιντεοσκοπεί | βιντεοσκοπούμε | βιντεοσκοπείτε | βιντεοσκοπούν / βιντεοσκοπούνε |
| Παρατατικός | βιντεοσκοπούσα | βιντεοσκοπούσες | βιντεοσκοπούσε | βιντεοσκοπούσαμε | βιντεοσκοπούσατε | βιντεοσκοπούσαν / βιντεοσκοπούσανε |
| Αόριστος | βιντεοσκόπησα | βιντεοσκόπησες | βιντεοσκόπησε | βιντεοσκοπήσαμε | βιντεοσκοπήσατε | βιντεοσκοπήσαν / βιντεοσκοπήσανε / βιντεοσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα βιντεοσκοπήσω / θα βιντεοσκοπώ | θα βιντεοσκοπήσεις / θα βιντεοσκοπείς | θα βιντεοσκοπήσει / θα βιντεοσκοπεί | θα βιντεοσκοπήσουμε / θα βιντεοσκοπούμε | θα βιντεοσκοπήσετε / θα βιντεοσκοπείτε | θα βιντεοσκοπήσουν / θα βιντεοσκοπήσουνε / θα βιντεοσκοπούν / θα βιντεοσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω βιντεοσκοπήσει | έχεις βιντεοσκοπήσει | έχει βιντεοσκοπήσει | έχουμε βιντεοσκοπήσει | έχετε βιντεοσκοπήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βιντεοσκοπήσει | είχες βιντεοσκοπήσει | είχε βιντεοσκοπήσει | είχαμε βιντεοσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βιντεοσκοπήσει / να βιντεοσκοπήσω / να βιντεοσκοπώ | να έχεις βιντεοσκοπήσει / να βιντεοσκοπήσεις / να βιντεοσκοπείς | να έχει βιντεοσκοπήσει / να βιντεοσκοπήσει / να βιντεοσκοπεί | να έχουμε βιντεοσκοπήσει / να βιντεοσκοπήσουμε / να βιντεοσκοπούμε | να έχετε βιντεοσκοπήσει / να βιντεοσκοπήσετε / να βιντεοσκοπείτε | να βιντεοσκοπήσουν / να βιντεοσκοπήσουνε / να βιντεοσκοπούν / να βιντεοσκοπούνε |
| Προστακτική | — | βιντεοσκόπει / βιντεοσκόπησε | — | — | βιντεοσκοπήστε / βιντεοσκοπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →