βινυλικός
•
- που έχει σχέση με το βινύλιο, αναφέρεται σ’ αυτό ή είναι κατασκευασμένος απ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βινυλικός < βινύλιο + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βινυλικός | βινυλική | βινυλικό |
| Γενική | βινυλικού | βινυλικής | βινυλικού |
| Αιτιατική | βινυλικό | βινυλική | βινυλικό |
| Κλητική | βινυλικέ | βινυλική | βινυλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βινυλικοί | βινυλικές | βινυλικά |
| Γενική | βινυλικών | βινυλικών | βινυλικών |
| Αιτιατική | βινυλικούς | βινυλικές | βινυλικά |
| Κλητική | βινυλικοί | βινυλικές | βινυλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →