Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βινυλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το βινύλιο, αναφέρεται σ’ αυτό ή είναι κατασκευασμένος απ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βινυλικός < βινύλιο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβινυλικόςβινυλικήβινυλικό
Γενικήβινυλικούβινυλικήςβινυλικού
Αιτιατικήβινυλικόβινυλικήβινυλικό
Κλητικήβινυλικέβινυλικήβινυλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβινυλικοίβινυλικέςβινυλικά
Γενικήβινυλικώνβινυλικώνβινυλικών
Αιτιατικήβινυλικούςβινυλικέςβινυλικά
Κλητικήβινυλικοίβινυλικέςβινυλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →