Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιογενετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. βιολογίαπου έχει σχέση με τη βιογενετική ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοβιογενετική Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιογενετικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική biogenetic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική biogenetisch ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική biogénétique < αρχαία ελληνική βίος + ελληνιστική κοινή γενετικός < αρχαία ελληνική γίγνομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιογενετικόςβιογενετικήβιογενετικό
Γενικήβιογενετικούβιογενετικήςβιογενετικού
Αιτιατικήβιογενετικόβιογενετικήβιογενετικό
Κλητικήβιογενετικέβιογενετικήβιογενετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιογενετικοίβιογενετικέςβιογενετικά
Γενικήβιογενετικώνβιογενετικώνβιογενετικών
Αιτιατικήβιογενετικούςβιογενετικέςβιογενετικά
Κλητικήβιογενετικοίβιογενετικέςβιογενετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →