γίνομαι
•
- λαβαίνω υπόσταση, ζωή, ύπαρξη Βικιλεξικό
- αποκτώ μια ιδιότητα Βικιλεξικό
- Έγινε κατακόκκινος από την ντροπή του.
- "Μακάρι να γινόμουνα κι εγώ δασκάλα", της έλεγε. (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου (2004). Η φυγή [μυθιστόρημα])
- ετοιμάζομαι, ολοκληρώνομαι Βικιλεξικό
- Ακόμα να γίνει το φαγητό.
- στο γ πρόσωποσυμβαίνω Βικιλεξικό
- Αυτά έγιναν χτες στο γήπεδο.
- στο γ πρόσωπο ενικούείναι δυνατόν Βικιλεξικό
- Γίνεται να συναντηθούμε κατά τις τρεις αντί στις δύο που είχαμε πει;
Ετυμολογία
γίνομαι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γίνομαι < αρχαία ελληνική γίγνομαι
Άλλοι τύποι
έγιναγίνηκαγίνωγενώγινωμένοςγινώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →