Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιολογικός

/vi.o.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τη βιολογία Βικιλεξικό
  2. που καλλιεργείται χωρίς τη χρήση συνθετικών χημικών (εντομοκτόνων, ζιζανιοκτόνων, κλπ.), την προσθήκη ορμονών, και τη γενετική τροποποίηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιολογικός < γαλλική biologique < biolog(ie) (βιολογία βιο-) + -ique (-ικός). Το ελληνιστικό βιολογικός, διαφορετικό

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιολογικόςβιολογικήβιολογικό
Γενικήβιολογικούβιολογικήςβιολογικού
Αιτιατικήβιολογικόβιολογικήβιολογικό
Κλητικήβιολογικέβιολογικήβιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιολογικοίβιολογικέςβιολογικά
Γενικήβιολογικώνβιολογικώνβιολογικών
Αιτιατικήβιολογικούςβιολογικέςβιολογικά
Κλητικήβιολογικοίβιολογικέςβιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →