βιολογικός
•
- σχετικός με τη βιολογία Βικιλεξικό
- που καλλιεργείται χωρίς τη χρήση συνθετικών χημικών (εντομοκτόνων, ζιζανιοκτόνων, κλπ.), την προσθήκη ορμονών, και τη γενετική τροποποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιολογικός < γαλλική biologique < biolog(ie) (βιολογία βιο-) + -ique (-ικός). Το ελληνιστικό βιολογικός, διαφορετικό
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιολογικός | βιολογική | βιολογικό |
| Γενική | βιολογικού | βιολογικής | βιολογικού |
| Αιτιατική | βιολογικό | βιολογική | βιολογικό |
| Κλητική | βιολογικέ | βιολογική | βιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιολογικοί | βιολογικές | βιολογικά |
| Γενική | βιολογικών | βιολογικών | βιολογικών |
| Αιτιατική | βιολογικούς | βιολογικές | βιολογικά |
| Κλητική | βιολογικοί | βιολογικές | βιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →