Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιομηχανοποιήσιμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να βιομηχανοποιηθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιομηχανοποιήσιμος < βιομηχανοποιώ + -ιμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιομηχανοποιήσιμοςβιομηχανοποιήσιμηβιομηχανοποιήσιμο
Γενικήβιομηχανοποιήσιμουβιομηχανοποιήσιμηςβιομηχανοποιήσιμου
Αιτιατικήβιομηχανοποιήσιμοβιομηχανοποιήσιμηβιομηχανοποιήσιμο
Κλητικήβιομηχανοποιήσιμεβιομηχανοποιήσιμηβιομηχανοποιήσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιομηχανοποιήσιμοιβιομηχανοποιήσιμεςβιομηχανοποιήσιμα
Γενικήβιομηχανοποιήσιμωνβιομηχανοποιήσιμωνβιομηχανοποιήσιμων
Αιτιατικήβιομηχανοποιήσιμουςβιομηχανοποιήσιμεςβιομηχανοποιήσιμα
Κλητικήβιομηχανοποιήσιμοιβιομηχανοποιήσιμεςβιομηχανοποιήσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →