Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιομηχανοποιώ

/vi.o.mi.xa.no.piˈo/ρήμα
•
  1. μετατρέπω μια βιοτεχνία (ή γενικότερα παραγωγή βασιζόμενη σε χειρωνακτική εργασία) σε βιομηχανία με την εισαγωγή μηχανών στην παραγωγική διαδικασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιομηχανοποιώ < βιομηχανία + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική industrialiser)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβιομηχανοποιώβιομηχανοποιείςβιομηχανοποιείβιομηχανοποιούμεβιομηχανοποιείτεβιομηχανοποιούν / βιομηχανοποιούνε
Παρατατικόςβιομηχανοποιούσαβιομηχανοποιούσεςβιομηχανοποιούσεβιομηχανοποιούσαμεβιομηχανοποιούσατεβιομηχανοποιούσαν / βιομηχανοποιούσανε
Αόριστοςβιομηχανοποίησαβιομηχανοποίησεςβιομηχανοποίησεβιομηχανοποιήσαμεβιομηχανοποιήσατεβιομηχανοποίησαν / βιομηχανοποιήσαν / βιομηχανοποιήσανε
Μέλλονταςθα βιομηχανοποιήσω / θα βιομηχανοποιώθα βιομηχανοποιήσεις / θα βιομηχανοποιείςθα βιομηχανοποιήσει / θα βιομηχανοποιείθα βιομηχανοποιήσουμε / θα βιομηχανοποιούμεθα βιομηχανοποιήσετε / θα βιομηχανοποιείτεθα βιομηχανοποιήσουν / θα βιομηχανοποιήσουνε / θα βιομηχανοποιούν / θα βιομηχανοποιούνε
Παρακείμενοςέχω βιομηχανοποιήσειέχεις βιομηχανοποιήσειέχει βιομηχανοποιήσειέχουμε βιομηχανοποιήσειέχετε βιομηχανοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βιομηχανοποιήσειείχες βιομηχανοποιήσειείχε βιομηχανοποιήσειείχαμε βιομηχανοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω βιομηχανοποιήσει / να βιομηχανοποιήσω / να βιομηχανοποιώνα έχεις βιομηχανοποιήσει / να βιομηχανοποιήσεις / να βιομηχανοποιείςνα έχει βιομηχανοποιήσει / να βιομηχανοποιήσει / να βιομηχανοποιείνα έχουμε βιομηχανοποιήσει / να βιομηχανοποιήσουμε / να βιομηχανοποιούμενα έχετε βιομηχανοποιήσει / να βιομηχανοποιήσετε / να βιομηχανοποιείτενα βιομηχανοποιήσουν / να βιομηχανοποιήσουνε / να βιομηχανοποιούν / να βιομηχανοποιούνε
Προστακτική—βιομηχανοποίει / βιομηχανοποίησε——βιομηχανοποιήστε / βιομηχανοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →