βιοπάλη
•
- ο καθημερινός αγώνας (ιδίως των φτωχών) για την εξασφάλιση των αναγκαίων για την επιβίωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοπάλη ήδη από το 1896 < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική φράση lutte pour la vie ή από την αγγλική struggle for life (αγώνας για τη ζωή, αγώνας επιβίωσης). Μορφολογικά αναλύεται σε βιο- + πάλη.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοπάλη | — |
| Γενική | βιοπάλης | — |
| Αιτιατική | βιοπάλη | — |
| Κλητική | βιοπάλη | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →