Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιοπαλαιστής

/vi.o.pa.leˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο άνθρωπος που δουλεύει σκληρά για να βγάλει τα προς το ζην Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιοπαλαιστής, ήδη από το 1888 ως «βιοπαλαισταί» (ακολούθησε το 1896 η βιοπάλη) < βιο- + παλαιστής, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική struggle for lifeur (αργκό, κωμική απόδοση από την αγγλική φράση "struggle for life" (αγώνας για τη ζωή, αγώνας επιβίωσης) ή όρο όπως "struggleforlifer".

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβιοπαλαιστήςβιοπαλαιστές
Γενικήβιοπαλαιστήβιοπαλαιστών
Αιτιατικήβιοπαλαιστήβιοπαλαιστές
Κλητικήβιοπαλαιστήβιοπαλαιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →