Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιοποικιλότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ποικιλία ζωντανών οργανισμών (μικροοργανισμών, φυτών, ζώων) που ανήκουν σε ένα περιβάλλον Βικιλεξικό
    • Μετά τη συνάντηση και την υπογραφή της συνθήκης του "Ρίο" το 1992, ο όρος "βιοποικιλότητα" άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως και αναφέρεται από όλους, ειδικούς και μη, ως πανάκεια που λύνει όλα τα οικολογικά προβλήματα. Ο όρος ήταν γνωστός στην οικολογία πολύ πιο πριν από τη συνάντηση του Ρίο και χρησιμοποιόταν για να εκφράσει την ποικιλία των μορφών ζωής σε έναν συγκεκριμένο χώρο. Παρά όμως την απλότητα και σαφήνεια του όρου, το περιεχόμενό του είναι μια από τις πλέον αφηρημένες και αμφιλεγόμενες έννοιες της οικολογίας. Ο λόγος είναι ότι δεν υπάρχει μία, αλλά πολλές βιοποικιλότητες, σε διάφορα επίπεδα οργάνωσης της ζωής και ότι δεν είναι ενιαίος ο τρόπος έκφρασης ή καλύτερα εκτίμησής της. (*)
    • Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα βιοποικιλότητας στη Μεσόγειο. Για παράδειγμα, η χλωρίδα της αποτελείται από 5.752 είδη και η πανίδα της από 23.130 είδη ζώων της ξηράς και των γλυκών νερών, καθώς και 3.500 θαλάσσια είδη. (*)

Ετυμολογία

βιοποικιλότητα < βιο- + ποικιλότητα ((μεταφραστικό δάνειο) (αγγλικά) biodiversity)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβιοποικιλότηταβιοποικιλότητες
Γενικήβιοποικιλότηταςβιοποικιλοτήτων
Αιτιατικήβιοποικιλότηταβιοποικιλότητες
Κλητικήβιοποικιλότηταβιοποικιλότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →