Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ποικίλος

/piˈci.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που παρουσιάζει ή εμφανίζει ποικιλία, έχει πολλά διαφορετικά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
    • Αυτό, πιστεύουμε, είναι μια βασική διαφορά και επιβεβαιώνει τις υποψίες μας για ωραιοποίηση των ποικίλων καταστάσεων που βιώνει το παιδί. Αυτή βέβαια η ωραιοποίηση δεν είναι χωρίς κινδύνους, εφόσον δημιουργεί μια επίπλαστη και ιδεατή εικόνα για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. (Γεώργιος Δ. Παπαντωνάκης, Κώδικες και αφηγηματικά προγράμματα σε κείμενα της παιδικής λογοτεχνίας, εκδ. Πατάκη, 1999, σελ. 33)
  2. που είναι διακοσμημένος με πολλά στολίδια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ποικίλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ποικίλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποικίλοςποικίληποικίλο
Γενικήποικίλουποικίληςποικίλου
Αιτιατικήποικίλοποικίληποικίλο
Κλητικήποικίλεποικίληποικίλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήποικίλοιποικίλεςποικίλα
Γενικήποικίλωνποικίλωνποικίλων
Αιτιατικήποικίλουςποικίλεςποικίλα
Κλητικήποικίλοιποικίλεςποικίλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →