βιορυθμικός
•
- που έχει σχέση με τον βιορυθμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιορυθμικός < βιορυθμ(ός) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιορυθμικός | βιορυθμική | βιορυθμικό |
| Γενική | βιορυθμικού | βιορυθμικής | βιορυθμικού |
| Αιτιατική | βιορυθμικό | βιορυθμική | βιορυθμικό |
| Κλητική | βιορυθμικέ | βιορυθμική | βιορυθμικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιορυθμικοί | βιορυθμικές | βιορυθμικά |
| Γενική | βιορυθμικών | βιορυθμικών | βιορυθμικών |
| Αιτιατική | βιορυθμικούς | βιορυθμικές | βιορυθμικά |
| Κλητική | βιορυθμικοί | βιορυθμικές | βιορυθμικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →