βιοψία
•
- ιατρικήεξέταση σε μικροσκόπιο κάποιου τμήματος ενός ιστού που έχει αφαιρεθεί από ζώντα οργανισμό για διαγνωστικούς και θεραπευτικούς λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοψία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική biopsie < αρχαία ελληνική βίος + ὄψις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοψία | βιοψίες |
| Γενική | βιοψίας | βιοψιών |
| Αιτιατική | βιοψία | βιοψίες |
| Κλητική | βιοψία | βιοψίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →