ορώ
•
- αρχαιοπρεπέςβλέπω Βικιλεξικό
- Έστιν Δίκης οφθαλμός, ος τα πανθʹ ορά. πολυτονική γραφή: Ἔστιν Δίκης ὀφθαλμός, ὃς τὰ πάνθʹ ὁρᾷ. Είναι της Δικαιοσύνης ο οφθαλμός, ο οποίος τα πάντα βλέπει. — αρχαίο γνωμικό από τον Μένανδρο, Γνῶμαι Μονόστιχοι, ροθʹ
Ετυμολογία
ορώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὁρῶ, ὁράω.
Άλλοι τύποι
οράοράς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →