Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιτσιόζικος

/viˈt͡si̯o.zi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το βίτσιο ή τον βιτσιόζο, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιτσιόζικος < βιτσιόζ(ος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιτσιόζικοςβιτσιόζικηβιτσιόζικο
Γενικήβιτσιόζικουβιτσιόζικηςβιτσιόζικου
Αιτιατικήβιτσιόζικοβιτσιόζικηβιτσιόζικο
Κλητικήβιτσιόζικεβιτσιόζικηβιτσιόζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιτσιόζικοιβιτσιόζικεςβιτσιόζικα
Γενικήβιτσιόζικωνβιτσιόζικωνβιτσιόζικων
Αιτιατικήβιτσιόζικουςβιτσιόζικεςβιτσιόζικα
Κλητικήβιτσιόζικοιβιτσιόζικεςβιτσιόζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →