βιτσιόζικος
•
- που έχει σχέση με το βίτσιο ή τον βιτσιόζο, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιτσιόζικος < βιτσιόζ(ος) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιτσιόζικος | βιτσιόζικη | βιτσιόζικο |
| Γενική | βιτσιόζικου | βιτσιόζικης | βιτσιόζικου |
| Αιτιατική | βιτσιόζικο | βιτσιόζικη | βιτσιόζικο |
| Κλητική | βιτσιόζικε | βιτσιόζικη | βιτσιόζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιτσιόζικοι | βιτσιόζικες | βιτσιόζικα |
| Γενική | βιτσιόζικων | βιτσιόζικων | βιτσιόζικων |
| Αιτιατική | βιτσιόζικους | βιτσιόζικες | βιτσιόζικα |
| Κλητική | βιτσιόζικοι | βιτσιόζικες | βιτσιόζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →