βίτσιο
•
- ιδιόρρυθμη ή παράξενη συνήθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βίτσιο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βίτσιον < ιταλική vizio (ελάττωμα, κακή συνήθεια) < λατινική vitium < *wi-tio- < *wei (ενοχή, παράπτωμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βίτσιο | βίτσια |
| Γενική | βίτσιου | βίτσιων |
| Αιτιατική | βίτσιο | βίτσια |
| Κλητική | βίτσιο | βίτσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →