Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλάμης

/ˈvla.mis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γενικότερασύντροφος, φίλος Βικιλεξικό
  2. αδελφοποιτός Βικιλεξικό
    • Αδελφοποιΐα επιχωριάζει με την λέξιν αδελφωσιά : οι αδελφοποιηθέντες λέγονταν μπράτιμοι ή βλάμηδες και οι συγγενείς σταυροπατέρας, σταυρομάνα, σταυραδέλφια. (Άννα I. Παπαμιχαήλ Κουτρούμπα, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου / Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, 1990 https://web.archive.org/web/20220626090915/http://editions.academyofathens.gr/epetirides/xmlui/handle/20.500.11855/220)
  3. ειδικότεραπροσωνυμία που δινόταν στα μέλη του κατώτερου (πρώτου) βαθμού της Φιλικής Εταιρείας Βικιλεξικό
  4. εραστής, αγαπητικός Βικιλεξικό
    • Είναι αυτός ο 'μορφονειός / Ο βλάμης της Μανιώς (Νέα ελληνική ανθολογία, εκδ. Ατλαντίδος, 2009, σελ. 98)
  5. κουτσαβάκης, ψευτοπαλικαράς Βικιλεξικό
  6. κουμπάρος Βικιλεξικό
    • Βλάμης εἶναι ὁ ἐπιστήθιος φίλος τοῦ γαμβροῦ, οἵτινες ἔχουν δημιουργήσει ἕναν συγγενικὸν δεσμὸν δι΄ ὅρκου ἐνώπιον τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, τοῦτο δὲ ἐπικρατεῖ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς τουρκοκρατίας (Άννα Ι. Παπαμιχαήλ Κουτρουμπά, Ο σταυρός στους διαφόρους κλάδους του ελληνικού εθιμικού δικαίου, Ακαδημία Αθηνών, 1990, σελ. 38)

Ετυμολογία

βλάμης < (άμεσο δάνειο) αλβανική vëllam

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβλάμηςβλάμηδες
Γενικήβλάμηβλάμηδων
Αιτιατικήβλάμηβλάμηδες
Κλητικήβλάμηβλάμηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →