Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλέμμα

/ˈvle.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η στροφή των ματιών σε κάποιον ή κάτι, η ματιά Βικιλεξικό
    • Υπολόγισα πως η Πέρσα θα κόντευε πλέον τα είκοσι. Ίσως και να τα είχε πατήσει. Οι συνομήλικές της θα πήγαιναν στις σχολές τους ή θα δούλευαν πωλήτριες, θα έβγαιναν τα βράδια σε κλαμπ ή σε τσιπουράδικα. Ερχόταν άραγε πια καμιά κολλητή της να τη δει; Ή την είχαν όλοι της οι φίλοι ξεχάσει, κι όποτε χάζευαν νοσταλγικά φωτογραφίες από τους σχολικούς χορούς και από την πενταήμερη εκδρομή τους, απέστρεφαν ενστικτωδώς το βλέμμα τους από εκείνην;
    • Ὁ κουμπάρος του ἔσυρεν ἐκ τοῦ θυλακίου του καὶ τοῦ ἐνεχείρισε ρικνόν καὶ ἐρρυπωμένον φύλλον τῆς «Παλιγγενεσίας», πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ δήμαρχος ἔρριψεν ἀπλήστως τὸ βλέμμα […] (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι, 1920)
    • ο συνεπιβάτης του γυρίζει το κεφάλι προς τα πίσω και υψώνει το βλέμμα προς το μέρος του. Ο Αμεδαίος όμως είναι πάντα τελείως αόρατος. Ο συνεπιβάτης του είναι αδύνατο να τον δει όπως στέκεται τώρα σκυμμένος (Αλέξανδρος Σχοινάς, Αναφορά Περιπτώσεων, εκ.δ Πρόοδος, 1989, σελ. 396)
  2. ο τρόπος που κοιτάζω κάποιον ή κάτι και η εντύπωση που προκαλώ Βικιλεξικό
    • το βλέμμα σου μου φαίνεται αδιάφορο και ψυχρό

Ετυμολογία

βλέμμα < αρχαία ελληνική βλέμμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβλέμμαβλέμματα
Γενικήβλέμματοςβλεμμάτων
Αιτιατικήβλέμμαβλέμματα
Κλητικήβλέμμαβλέμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →