βλαμμένος
•
- που δεν δουλεύει καλά το μυαλό του ή έχει ψυχική ανισορροπία Βικιλεξικό
- λόγιοπου έχει υποστεί βλάβη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλαμμένος < μεσαιωνική ελληνική βλαμμένος < αρχαία ελληνική βεβλαμμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βλάπτω
Άλλοι τύποι
βλαμμέναβλαμμένεβλαμμένεςβλαμμένηβλαμμένηςβλαμμένοβλαμμένοιβλαμμένοςβλαμμένουβλαμμένουςβλαμμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →