Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλαμμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που δεν δουλεύει καλά το μυαλό του ή έχει ψυχική ανισορροπία Βικιλεξικό
  2. λόγιοπου έχει υποστεί βλάβη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλαμμένος < μεσαιωνική ελληνική βλαμμένος < αρχαία ελληνική βεβλαμμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος βλάπτω

Άλλοι τύποι

βλαμμέναβλαμμένεβλαμμένεςβλαμμένηβλαμμένηςβλαμμένοβλαμμένοιβλαμμένοςβλαμμένουβλαμμένουςβλαμμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →