βλαπτικότητα
•
- η ικανότητα του να βλάπτει κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βλαπτικότητα < βλαπτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλαπτικότητα | βλαπτικότητες |
| Γενική | βλαπτικότητας | βλαπτικοτήτων |
| Αιτιατική | βλαπτικότητα | βλαπτικότητες |
| Κλητική | βλαπτικότητα | βλαπτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →