βλασφημία
•
- λόγος προσβλητικός για το Θεό ή τα ιερά πρόσωπα Βικιλεξικό
- Καὶ ἂν κάμω κατὰ τὴν ζωὴ τὸ μάτι μου νὰ στρίψω, / Μιὰ βλασφημία δὲν μπορῶ ἀφ' τὸν Θεὸ νὰ κρύψω. (Παναγιώτης Συνοδινός, Εις το λεύκωμα (album) ενός φίλου μου)
Ετυμολογία
βλασφημία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βλασφημία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βλασφημία | βλασφημίες |
| Γενική | βλασφημίας | βλασφημιών |
| Αιτιατική | βλασφημία | βλασφημίες |
| Κλητική | βλασφημία | βλασφημίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →