Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλασφημία

/vla.sfiˈmi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγος προσβλητικός για το Θεό ή τα ιερά πρόσωπα Βικιλεξικό
    • Καὶ ἂν κάμω κατὰ τὴν ζωὴ τὸ μάτι μου νὰ στρίψω, / Μιὰ βλασφημία δὲν μπορῶ ἀφ' τὸν Θεὸ νὰ κρύψω. (Παναγιώτης Συνοδινός, Εις το λεύκωμα (album) ενός φίλου μου)

Ετυμολογία

βλασφημία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βλασφημία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβλασφημίαβλασφημίες
Γενικήβλασφημίαςβλασφημιών
Αιτιατικήβλασφημίαβλασφημίες
Κλητικήβλασφημίαβλασφημίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →