Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βολεύομαι

ρήμα
•
  1. φροντίζω να έχω τα απαραίτητα ή την άνεσή μου, σωματικά ή ψυχικά ή οικονομικά, τακτοποιούμαι, εξασφαλίζομαι, δεν ανησυχώ, κατασταλάζω, ηρεμώ Βικιλεξικό
    • κάνε λίγο πιο πέρα γιατί δεν βολεύομαι (δεν χωράω καλά, δεν έχω τη στοιχειώδη άνεση)
    • βρήκε μια καλή δουλειά επιτέλους και βολεύτηκε το παιδί, γιατί είχα την έγνοια του δυο χρόνια τώρα που ήταν άνεργο (θα έχει πια τα απαραίτητα)
    • είναι "αραχτός" γιατί βολεύτηκε στο δημόσιο (αρνητική χροιά, τώρα τεμπελιάζει)
    • παντρεύτηκε μια πολύ καλή γυναίκα και βολεύτηκε (καταστάλαξε και αισθάνεται άνετα και όμορφα μαζί της)

Ετυμολογία

βολεύομαι: παθητική φωνή του ρήματος βολεύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβολεύομαιβολεύεσαιβολεύεταιβολευόμαστεβολεύεστεβολεύονται
Παρατατικόςβολευόμουν / βολευόμουναβολευόσουν / βολευόσουναβολευόταν / βολευότανεβολευόμασταν / βολευόμαστεβολευόσασταν / βολευόσαστεβολευόντουσαν / βολεύονταν
Αόριστοςβολεύτηκαβολεύτηκεςβολεύτηκεβολευτήκαμεβολευτήκατεβολευτήκαν / βολευτήκανε / βολεύτηκαν
Μέλλονταςθα βολευτώ / θα βολεύομαιθα βολευτείς / θα βολεύεσαιθα βολευτεί / θα βολεύεταιθα βολευτούμε / θα βολευόμαστεθα βολευτείτε / θα βολεύεστεθα βολευτούν / θα βολευτούνε / θα βολεύονται
Παρακείμενοςέχω βολευτείέχεις βολευτείέχει βολευτείέχουμε βολευτεί——
Υπερσυντέλικοςείχα βολευτείείχες βολευτείείχε βολευτεί———
Υποτακτικήνα έχω βολευτεί / να βολευτώ / να βολεύομαινα έχεις βολευτεί / να βολευτείς / να βολεύεσαινα έχει βολευτεί / να βολευτεί / να βολεύεταινα έχουμε βολευτεί / να βολευτούμε / να βολευόμαστενα βολευτείτε / να βολεύεστενα βολευτούν / να βολευτούνε / να βολεύονται
Προστακτική—βολέψου——βολευτείτε / βολεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →