Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βολεύω

/voˈle.vo/ρήμα
•
  1. τακτοποιώ πράγματα, ώστε να χωρέσουν κάπου Βικιλεξικό
    • πρέπει να βολέψω όλα αυτά τα ντοσιέ στο γραφείο μου
  2. κάνω κάποιον να νιώσει άνετα, παρέχοντάς του χώρο Βικιλεξικό
    • περίμενε λίγο, μέχρι να σε βολέψω
  3. μεταφορικάεξασφαλίζω σε κάποιον εργασία Βικιλεξικό
    • μια χαρά τον βόλεψαν στο υπουργείο
  4. μεταφορικάβάζω κάποιον στη θέση του, του φέρομαι όπως του αξίζει Βικιλεξικό
    • θα σου τον βολέψω εγώ!

Ετυμολογία

βολεύω < *εὐβολεύω < ελληνιστική κοινή εὐβολῶ (εὐβολέω, εὔβολος) για το εύστοχο ρίξιμο των ζαριών < εὖ + -βολος (βολή)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβολεύωβολεύειςβολεύειβολεύουμεβολεύετεβολεύουν / βολεύουνε
Παρατατικόςβόλευαβόλευεςβόλευεβολεύαμεβολεύατεβολεύαν / βολεύανε / βόλευαν
Αόριστοςβόλεψαβόλεψεςβόλεψεβολέψαμεβολέψατεβολέψαν / βολέψανε / βόλεψαν
Μέλλονταςθα βολέψω / θα βολεύωθα βολέψεις / θα βολεύειςθα βολέψει / θα βολεύειθα βολέψουμε / θα βολεύουμεθα βολέψετε / θα βολεύετεθα βολέψουν / θα βολέψουνε / θα βολεύουν / θα βολεύουνε
Παρακείμενοςέχω βολέψειέχεις βολέψειέχει βολέψει———
Υπερσυντέλικοςείχα βολέψειείχες βολέψειείχε βολέψει———
Υποτακτικήνα έχω βολέψει / να βολέψω / να βολεύωνα έχεις βολέψει / να βολέψεις / να βολεύειςνα έχει βολέψει / να βολέψει / να βολεύεινα βολέψουμε / να βολεύουμενα βολέψετε / να βολεύετενα βολέψουν / να βολέψουνε / να βολεύουν / να βολεύουνε
Προστακτική—έχε βολεμένο / βόλευε / βόλεψε——βολέψτε / βολεύετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

βολεύτηκαβολεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →