βολεύω
•
- τακτοποιώ πράγματα, ώστε να χωρέσουν κάπου Βικιλεξικό
- πρέπει να βολέψω όλα αυτά τα ντοσιέ στο γραφείο μου
- κάνω κάποιον να νιώσει άνετα, παρέχοντάς του χώρο Βικιλεξικό
- περίμενε λίγο, μέχρι να σε βολέψω
- μεταφορικάεξασφαλίζω σε κάποιον εργασία Βικιλεξικό
- μια χαρά τον βόλεψαν στο υπουργείο
- μεταφορικάβάζω κάποιον στη θέση του, του φέρομαι όπως του αξίζει Βικιλεξικό
- θα σου τον βολέψω εγώ!
Ετυμολογία
βολεύω < *εὐβολεύω < ελληνιστική κοινή εὐβολῶ (εὐβολέω, εὔβολος) για το εύστοχο ρίξιμο των ζαριών < εὖ + -βολος (βολή)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βολεύω | βολεύεις | βολεύει | βολεύουμε | βολεύετε | βολεύουν / βολεύουνε |
| Παρατατικός | βόλευα | βόλευες | βόλευε | βολεύαμε | βολεύατε | βολεύαν / βολεύανε / βόλευαν |
| Αόριστος | βόλεψα | βόλεψες | βόλεψε | βολέψαμε | βολέψατε | βολέψαν / βολέψανε / βόλεψαν |
| Μέλλοντας | θα βολέψω / θα βολεύω | θα βολέψεις / θα βολεύεις | θα βολέψει / θα βολεύει | θα βολέψουμε / θα βολεύουμε | θα βολέψετε / θα βολεύετε | θα βολέψουν / θα βολέψουνε / θα βολεύουν / θα βολεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω βολέψει | έχεις βολέψει | έχει βολέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βολέψει | είχες βολέψει | είχε βολέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βολέψει / να βολέψω / να βολεύω | να έχεις βολέψει / να βολέψεις / να βολεύεις | να έχει βολέψει / να βολέψει / να βολεύει | να βολέψουμε / να βολεύουμε | να βολέψετε / να βολεύετε | να βολέψουν / να βολέψουνε / να βολεύουν / να βολεύουνε |
| Προστακτική | — | έχε βολεμένο / βόλευε / βόλεψε | — | — | βολέψτε / βολεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βολεύτηκαβολεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →