Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βολιδοσκοπώ

/vo.li.ðo.skoˈpo/ρήμα
•
  1. προσπαθώ να αντιληφθώ και να ανιχνεύσω τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις προθέσεις κάποιου άλλου, χωρίς να αποκαλύπτω τις δικές μου Βικιλεξικό
    • Νομίζετε πως εγώ όλη την ώρα λέω ψέματα και κάνω τον γελωτοποιό; Μάθετε λοιπόν πως όλα αυτά τα έκανα ξεπίτηδες για να σας δοκιμάσω. Γι' αυτό φέρθηκα όπως φέρθηκα. Είναι γιατί όλη την ώρα σας βολιδοσκοπούσα: μπορεί τάχα να ζήσει κανένας μαζί σας;
  2. εξετάζω, διερευνώ σε βάθος, για να σχηματίσω μια όσο το δυνατό πιο πλήρη εικόνα, πριν προχωρήσω σε αποφάσεις ή ενέργειες Βικιλεξικό
    • Για πολύ καιρό βολιδοσκοπούσα την περίπτωση, μέχρι που πήρα την απόφαση να προχωρήσω.
  3. μετράω το βυθό της θάλασσας με βολίδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βολιδοσκοπώ < (καθαρεύουσα) βολιδοσκοπῶ (μαρτυρείται από το 1889) < αρχαία ελληνική βολίς θέμα βολιδ- + -ο- + -σκοπώ, απόδοση για τη γαλλική sonder ή για την αγγλική sound out για τη σημασία προσπαθώ να ανιχνεύσω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβολιδοσκοπώβολιδοσκοπείςβολιδοσκοπείβολιδοσκοπούμεβολιδοσκοπείτεβολιδοσκοπούν / βολιδοσκοπούνε
Παρατατικόςβολιδοσκοπούσαβολιδοσκοπούσεςβολιδοσκοπούσεβολιδοσκοπούσαμεβολιδοσκοπούσατεβολιδοσκοπούσαν / βολιδοσκοπούσανε
Αόριστοςβολιδοσκόπησαβολιδοσκόπησεςβολιδοσκόπησεβολιδοσκοπήσαμεβολιδοσκοπήσατεβολιδοσκοπήσαν / βολιδοσκοπήσανε / βολιδοσκόπησαν
Μέλλονταςθα βολιδοσκοπήσω / θα βολιδοσκοπώθα βολιδοσκοπήσεις / θα βολιδοσκοπείςθα βολιδοσκοπήσει / θα βολιδοσκοπείθα βολιδοσκοπήσουμε / θα βολιδοσκοπούμεθα βολιδοσκοπήσετε / θα βολιδοσκοπείτεθα βολιδοσκοπήσουν / θα βολιδοσκοπήσουνε / θα βολιδοσκοπούν / θα βολιδοσκοπούνε
Παρακείμενοςέχω βολιδοσκοπήσειέχεις βολιδοσκοπήσειέχει βολιδοσκοπήσειέχουμε βολιδοσκοπήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα βολιδοσκοπήσειείχες βολιδοσκοπήσειείχε βολιδοσκοπήσειείχαμε βολιδοσκοπήσει——
Υποτακτικήνα έχω βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπήσω / να βολιδοσκοπώνα έχεις βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπήσεις / να βολιδοσκοπείςνα έχει βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπείνα έχουμε βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπήσουμε / να βολιδοσκοπούμενα βολιδοσκοπήσετε / να βολιδοσκοπείτενα βολιδοσκοπήσουν / να βολιδοσκοπήσουνε / να βολιδοσκοπούν / να βολιδοσκοπούνε
Προστακτική—βολιδοσκόπησε——βολιδοσκοπήστε / βολιδοσκοπείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

βολιδοσκοπήθηκαβολιδοσκοπούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →