βολιδοσκοπώ
•
- προσπαθώ να αντιληφθώ και να ανιχνεύσω τις σκέψεις, τις επιθυμίες, τις προθέσεις κάποιου άλλου, χωρίς να αποκαλύπτω τις δικές μου Βικιλεξικό
- Νομίζετε πως εγώ όλη την ώρα λέω ψέματα και κάνω τον γελωτοποιό; Μάθετε λοιπόν πως όλα αυτά τα έκανα ξεπίτηδες για να σας δοκιμάσω. Γι' αυτό φέρθηκα όπως φέρθηκα. Είναι γιατί όλη την ώρα σας βολιδοσκοπούσα: μπορεί τάχα να ζήσει κανένας μαζί σας;
- εξετάζω, διερευνώ σε βάθος, για να σχηματίσω μια όσο το δυνατό πιο πλήρη εικόνα, πριν προχωρήσω σε αποφάσεις ή ενέργειες Βικιλεξικό
- Για πολύ καιρό βολιδοσκοπούσα την περίπτωση, μέχρι που πήρα την απόφαση να προχωρήσω.
- μετράω το βυθό της θάλασσας με βολίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βολιδοσκοπώ < (καθαρεύουσα) βολιδοσκοπῶ (μαρτυρείται από το 1889) < αρχαία ελληνική βολίς θέμα βολιδ- + -ο- + -σκοπώ, απόδοση για τη γαλλική sonder ή για την αγγλική sound out για τη σημασία προσπαθώ να ανιχνεύσω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βολιδοσκοπώ | βολιδοσκοπείς | βολιδοσκοπεί | βολιδοσκοπούμε | βολιδοσκοπείτε | βολιδοσκοπούν / βολιδοσκοπούνε |
| Παρατατικός | βολιδοσκοπούσα | βολιδοσκοπούσες | βολιδοσκοπούσε | βολιδοσκοπούσαμε | βολιδοσκοπούσατε | βολιδοσκοπούσαν / βολιδοσκοπούσανε |
| Αόριστος | βολιδοσκόπησα | βολιδοσκόπησες | βολιδοσκόπησε | βολιδοσκοπήσαμε | βολιδοσκοπήσατε | βολιδοσκοπήσαν / βολιδοσκοπήσανε / βολιδοσκόπησαν |
| Μέλλοντας | θα βολιδοσκοπήσω / θα βολιδοσκοπώ | θα βολιδοσκοπήσεις / θα βολιδοσκοπείς | θα βολιδοσκοπήσει / θα βολιδοσκοπεί | θα βολιδοσκοπήσουμε / θα βολιδοσκοπούμε | θα βολιδοσκοπήσετε / θα βολιδοσκοπείτε | θα βολιδοσκοπήσουν / θα βολιδοσκοπήσουνε / θα βολιδοσκοπούν / θα βολιδοσκοπούνε |
| Παρακείμενος | έχω βολιδοσκοπήσει | έχεις βολιδοσκοπήσει | έχει βολιδοσκοπήσει | έχουμε βολιδοσκοπήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βολιδοσκοπήσει | είχες βολιδοσκοπήσει | είχε βολιδοσκοπήσει | είχαμε βολιδοσκοπήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπήσω / να βολιδοσκοπώ | να έχεις βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπήσεις / να βολιδοσκοπείς | να έχει βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπεί | να έχουμε βολιδοσκοπήσει / να βολιδοσκοπήσουμε / να βολιδοσκοπούμε | να βολιδοσκοπήσετε / να βολιδοσκοπείτε | να βολιδοσκοπήσουν / να βολιδοσκοπήσουνε / να βολιδοσκοπούν / να βολιδοσκοπούνε |
| Προστακτική | — | βολιδοσκόπησε | — | — | βολιδοσκοπήστε / βολιδοσκοπείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βολιδοσκοπήθηκαβολιδοσκοπούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →