Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βομβάρδα

/voɱˈvaɾ.ða/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρωχημένοη μπομπάρδα Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοη μπομπάρδα Βικιλεξικό
    • Καὶ σ’ ὀλίγες βδομάδες ὁ Σπύρος, ὁ γαμβρός, ἑτοιμάσθη νὰ κάμῃ ταξίδι, μὲ τὴν βομβάρδα τ’ ἀδερφοῦ του […]
    • κ’ ἐκάθισε ἀκόμη πέντ’ ἓξ ἡμέρες, ἐπειδὴ ἔκαμε μιὰ ὄψιμη χιονιά, κ’ οἱ βοριάδες ἐθύμωσαν, καὶ δὲν μποροῦσε ἡ βομβάρδα ν’ ἀρμενίσῃ καταπάν’ τὸν ἀέρα.

Ετυμολογία

βομβάρδα < μεσαιωνική ελληνική βομβάρδα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (τηλεβόλο ή βλήμα), μορφή του μπομπάρδα < ιταλική bombarda

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβομβάρδαβομβάρδες
Γενικήβομβάρδαςβομβαρδών
Αιτιατικήβομβάρδαβομβάρδες
Κλητικήβομβάρδαβομβάρδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →