βομβάρδα
•
- παρωχημένοη μπομπάρδα Βικιλεξικό
- παρωχημένοη μπομπάρδα Βικιλεξικό
- Καὶ σ’ ὀλίγες βδομάδες ὁ Σπύρος, ὁ γαμβρός, ἑτοιμάσθη νὰ κάμῃ ταξίδι, μὲ τὴν βομβάρδα τ’ ἀδερφοῦ του […]
- κ’ ἐκάθισε ἀκόμη πέντ’ ἓξ ἡμέρες, ἐπειδὴ ἔκαμε μιὰ ὄψιμη χιονιά, κ’ οἱ βοριάδες ἐθύμωσαν, καὶ δὲν μποροῦσε ἡ βομβάρδα ν’ ἀρμενίσῃ καταπάν’ τὸν ἀέρα.
Ετυμολογία
βομβάρδα < μεσαιωνική ελληνική βομβάρδα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (τηλεβόλο ή βλήμα), μορφή του μπομπάρδα < ιταλική bombarda
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βομβάρδα | βομβάρδες |
| Γενική | βομβάρδας | βομβαρδών |
| Αιτιατική | βομβάρδα | βομβάρδες |
| Κλητική | βομβάρδα | βομβάρδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →