μπόμπα
•
- λαϊκότροποη βόμβα Βικιλεξικό
- αργκόνοθευμένο αλκοολούχο ποτό Βικιλεξικό
- γαστρονομίαείδος πολλαπλού σάντουιτς με πολλά στρώματα ψωμιού, συνήθως σε κυλινδρικό σχήμα Βικιλεξικό
- αργκόκαταπληκτικός, πολύ καλός Βικιλεξικό
- ιδιωματικότο μεγάλο βαρέλι για αέρια ή υγρά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπόμπα < (άμεσο δάνειο) ιταλική bomba < λατινική bombus < αρχαία ελληνική βόμβος (αντιδάνειο) < (ηχομιμητική λέξη) Δείτε και βόμβα και το μεσαιωνικό μπόμπα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπόμπα | μπόμπες |
| Γενική | μπόμπας | — |
| Αιτιατική | μπόμπα | μπόμπες |
| Κλητική | μπόμπα | μπόμπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →