βομβαρδιστικός
•
- ο σχετικός με τη ρίψη βομβών Βικιλεξικό
- βομβαρδιστικό: το πολεμικό αεροσκάφος που φέρει τον κατάλληλο εξοπλισμό για τη ρίψη ατομικών ή συμβατικών βομβών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βομβαρδιστικός < από το ρήμα βομβαρδίζω.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βομβαρδιστικός | βομβαρδιστική | βομβαρδιστικό |
| Γενική | βομβαρδιστικού | βομβαρδιστικής | βομβαρδιστικού |
| Αιτιατική | βομβαρδιστικό | βομβαρδιστική | βομβαρδιστικό |
| Κλητική | βομβαρδιστικέ | βομβαρδιστική | βομβαρδιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βομβαρδιστικοί | βομβαρδιστικές | βομβαρδιστικά |
| Γενική | βομβαρδιστικών | βομβαρδιστικών | βομβαρδιστικών |
| Αιτιατική | βομβαρδιστικούς | βομβαρδιστικές | βομβαρδιστικά |
| Κλητική | βομβαρδιστικοί | βομβαρδιστικές | βομβαρδιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →