βομβαρδίζω
•
- επιτίθεμαι ρίχνοντας βόμβες ή βλήματα Βικιλεξικό
- φυσικήρίχνω στοιχειώδη σωματίδια Βικιλεξικό
- ιατρικήρίχνω ακτίνες (όπως επάνω σε όγκους) Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπαναλαμβάνω ξανά και ξανά Βικιλεξικό
- Μας βομβαρδίζει με ερωτήσεις.
Ετυμολογία
βομβαρδίζω < (οπτικό δάνειο) γαλλική bombard(er) + -ίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βομβαρδίζω | βομβαρδίζεις | βομβαρδίζει | βομβαρδίζουμε | βομβαρδίζετε | βομβαρδίζουν / βομβαρδίζουνε |
| Παρατατικός | βομβάρδιζα | βομβάρδιζες | βομβάρδιζε | βομβαρδίζαμε | βομβαρδίζατε | βομβάρδιζαν / βομβαρδίζαν / βομβαρδίζανε |
| Αόριστος | βομβάρδισα | βομβάρδισες | βομβάρδισε | βομβαρδίσαμε | βομβαρδίσατε | βομβάρδισαν / βομβαρδίσαν / βομβαρδίσανε |
| Μέλλοντας | θα βομβαρδίζω / θα βομβαρδίσω | θα βομβαρδίζεις / θα βομβαρδίσεις | θα βομβαρδίζει / θα βομβαρδίσει | θα βομβαρδίζουμε / θα βομβαρδίσουμε | θα βομβαρδίζετε / θα βομβαρδίσετε | θα βομβαρδίζουν / θα βομβαρδίζουνε / θα βομβαρδίσουν / θα βομβαρδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βομβαρδίσει | έχεις βομβαρδίσει | έχει βομβαρδίσει | έχουμε βομβαρδίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βομβαρδίσει | είχες βομβαρδίσει | είχε βομβαρδίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βομβαρδίσει / να βομβαρδίζω / να βομβαρδίσω | να έχεις βομβαρδίσει / να βομβαρδίζεις / να βομβαρδίσεις | να έχει βομβαρδίσει / να βομβαρδίζει / να βομβαρδίσει | να έχουμε βομβαρδίσει / να βομβαρδίζουμε / να βομβαρδίσουμε | να βομβαρδίζετε / να βομβαρδίσετε | να βομβαρδίζουν / να βομβαρδίζουνε / να βομβαρδίσουν / να βομβαρδίσουνε |
| Προστακτική | — | βομβάρδιζε / βομβάρδισε | — | — | βομβαρδίζετε / βομβαρδίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βομβαρδίστηκαβομβαρδίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →