βομβητής
•
- συσκευή που μέσω ηχητικών βόμβων σε ειδοποιεί για κάτι (μια κλήση κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βομβητής < (ελληνιστική κοινή) ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλική buzzer)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βομβητής | βομβητές |
| Γενική | βομβητή | βομβητών |
| Αιτιατική | βομβητή | βομβητές |
| Κλητική | βομβητή | βομβητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →