βόμβος
•
- ακουστικήσυνεχής θόρυβος χαμηλής συχνότητας και μικρής ή μεσαίας έντασης, παρόμοιος με αυτόν που παράγεται από το πέταγμα εντόμων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βόμβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βόμβος, ηχομιμητική λέξη που προφερόταν /ˈbombos/
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βόμβος | βόμβοι |
| Γενική | βόμβου | βόμβων |
| Αιτιατική | βόμβο | βόμβους |
| Κλητική | βόμβε | βόμβοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →