Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βοστρυχίζω

/vo.stɾiˈçi.zo/ρήμα
•
  1. σπάνιοσχηματίζω βόστρυχους Βικιλεξικό
  2. σπάνιοκατσαρώνω, σγουραίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βοστρυχίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βοστρυχίζω < αρχαία ελληνική βόστρυχος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςβοστρυχίζώβοστρυχίζείςβοστρυχίζείβοστρυχίζούμεβοστρυχίζείτεβοστρυχίζούν / βοστρυχίζούνε
Παρατατικόςβοστρυχίζούσαβοστρυχίζούσεςβοστρυχίζούσεβοστρυχίζούσαμεβοστρυχίζούσατεβοστρυχίζούσαν / βοστρυχίζούσανε
Αόριστοςβοστρύχίζησαβοστρύχίζησεςβοστρύχίζησεβοστρυχιζήσαμεβοστρυχιζήσατεβοστρυχιζήσαν / βοστρυχιζήσανε / βοστρύχίζησαν
Μέλλονταςθα βοστρυχίζώ / θα βοστρυχιζήσωθα βοστρυχίζείς / θα βοστρυχιζήσειςθα βοστρυχίζεί / θα βοστρυχιζήσειθα βοστρυχίζούμε / θα βοστρυχιζήσουμεθα βοστρυχίζείτε / θα βοστρυχιζήσετεθα βοστρυχίζούν / θα βοστρυχίζούνε / θα βοστρυχιζήσουν / θα βοστρυχιζήσουνε
Παρακείμενοςέχω βοστρυχιζήσειέχεις βοστρυχιζήσειέχει βοστρυχιζήσειέχουμε βοστρυχιζήσειέχετε βοστρυχιζήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα βοστρυχιζήσειείχες βοστρυχιζήσειείχε βοστρυχιζήσειείχαμε βοστρυχιζήσειείχατε βοστρυχιζήσει—
Υποτακτικήνα έχω βοστρυχιζήσει / να βοστρυχίζώ / να βοστρυχιζήσωνα έχεις βοστρυχιζήσει / να βοστρυχίζείς / να βοστρυχιζήσειςνα έχει βοστρυχιζήσει / να βοστρυχίζεί / να βοστρυχιζήσεινα έχουμε βοστρυχιζήσει / να βοστρυχίζούμε / να βοστρυχιζήσουμενα έχετε βοστρυχιζήσει / να βοστρυχίζείτε / να βοστρυχιζήσετενα βοστρυχίζούν / να βοστρυχίζούνε / να βοστρυχιζήσουν / να βοστρυχιζήσουνε
Προστακτική—βοστρύχίζησε——βοστρυχίζείτε / βοστρυχιζήστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →