βόστρυχος
•
- αρχαιοπρεπέςη μπούκλα, η τούφα από κατσαρά μαλλιά Βικιλεξικό
- και εις βοστρύχους χωριστή η κόμη του απείρους, / με τους ευώδεις έπαιζε και πτερωτούς ζεφύρους … (Ζαν Μορεάς, Το όνειρόν μου, ποιητική συλλογή Τρυγόνες και έχιδναι)
Ετυμολογία
βόστρυχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βόστρυχος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βόστρυχος | βόστρυχοι |
| Γενική | βοστρύχου / βόστρυχου | βοστρύχων |
| Αιτιατική | βόστρυχο | βοστρύχους / βόστρυχους |
| Κλητική | βόστρυχε | βόστρυχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →