βοτανίζω
•
- ξεριζώνω τα αγριόχορτα από καλλιεργημένη γη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βοτανίζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βοτανίζω | βοτανίζεις | βοτανίζει | βοτανίζουμε | βοτανίζετε | βοτανίζουν / βοτανίζουνε |
| Παρατατικός | βοτάνιζα | βοτάνιζες | βοτάνιζε | βοτανίζαμε | βοτανίζατε | βοτάνιζαν / βοτανίζαν / βοτανίζανε |
| Αόριστος | βοτάνισα | βοτάνισες | βοτάνισε | βοτανίσαμε | βοτανίσατε | βοτάνισαν / βοτανίσαν / βοτανίσανε |
| Μέλλοντας | θα βοτανίζω / θα βοτανίσω | θα βοτανίζεις / θα βοτανίσεις | θα βοτανίζει / θα βοτανίσει | θα βοτανίζουμε / θα βοτανίσουμε | θα βοτανίζετε / θα βοτανίσετε | θα βοτανίζουν / θα βοτανίζουνε / θα βοτανίσουν / θα βοτανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βοτανίσει | έχεις βοτανίσει | έχει βοτανίσει | έχουμε βοτανίσει | έχετε βοτανίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βοτανίσει | είχες βοτανίσει | είχε βοτανίσει | είχαμε βοτανίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βοτανίσει / να βοτανίζω / να βοτανίσω | να έχεις βοτανίσει / να βοτανίζεις / να βοτανίσεις | να έχει βοτανίσει / να βοτανίζει / να βοτανίσει | να έχουμε βοτανίσει / να βοτανίζουμε / να βοτανίσουμε | να έχετε βοτανίσει / να βοτανίζετε / να βοτανίσετε | να βοτανίζουν / να βοτανίζουνε / να βοτανίσουν / να βοτανίσουνε |
| Προστακτική | — | βοτάνιζε / βοτάνισε | — | — | βοτανίζετε / βοτανίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →