Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξεβοτανίζω

/kse.vo.taˈni.zo/ρήμα
•
  1. ξεριζώνω τα αγριόχορτα από καλλιεργημένη γη Βικιλεξικό
    • Σου λέω σ'κώθηκα απ' το γιατάκι και πήγα στο χωράφι και ξεβοτάνισα. Αλλά το 'κανα αράθυμος και βαρύς, ανόρεχτος, σα σκλάβος που τον έριξαν στανικά σε καταναγκασμό. (Θωμάς Ψύρρας, Άρτιο κατά παρέκκλιση, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)

Ετυμολογία

ξεβοτανίζω < (ελληνιστική κοινή) < ἐκ (ξε-) + βοτανίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξεβοτανίζωξεβοτανίζειςξεβοτανίζειξεβοτανίζουμεξεβοτανίζετεξεβοτανίζουν / ξεβοτανίζουνε
Παρατατικόςξεβοτάνιζαξεβοτάνιζεςξεβοτάνιζεξεβοτανίζαμεξεβοτανίζατεξεβοτάνιζαν / ξεβοτανίζαν / ξεβοτανίζανε
Αόριστοςξεβοτάνισαξεβοτάνισεςξεβοτάνισεξεβοτανίσαμεξεβοτανίσατεξεβοτάνισαν / ξεβοτανίσαν / ξεβοτανίσανε
Μέλλονταςθα ξεβοτανίζω / θα ξεβοτανίσωθα ξεβοτανίζεις / θα ξεβοτανίσειςθα ξεβοτανίζει / θα ξεβοτανίσειθα ξεβοτανίζουμε / θα ξεβοτανίσουμεθα ξεβοτανίζετε / θα ξεβοτανίσετεθα ξεβοτανίζουν / θα ξεβοτανίζουνε / θα ξεβοτανίσουν / θα ξεβοτανίσουνε
Παρακείμενοςέχω ξεβοτανίσειέχεις ξεβοτανίσειέχει ξεβοτανίσειέχουμε ξεβοτανίσειέχετε ξεβοτανίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξεβοτανίσειείχες ξεβοτανίσειείχε ξεβοτανίσειείχαμε ξεβοτανίσει——
Υποτακτικήνα έχω ξεβοτανίσει / να ξεβοτανίζω / να ξεβοτανίσωνα έχεις ξεβοτανίσει / να ξεβοτανίζεις / να ξεβοτανίσειςνα έχει ξεβοτανίσει / να ξεβοτανίζει / να ξεβοτανίσεινα έχουμε ξεβοτανίσει / να ξεβοτανίζουμε / να ξεβοτανίσουμενα έχετε ξεβοτανίσει / να ξεβοτανίζετε / να ξεβοτανίσετενα ξεβοτανίζουν / να ξεβοτανίζουνε / να ξεβοτανίσουν / να ξεβοτανίσουνε
Προστακτική—ξεβοτάνιζε / ξεβοτάνισε——ξεβοτανίζετε / ξεβοτανίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →