βοτανολογικός
•
- που έχει σχέση με την βοτανολογία ή τον βοτανολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βοτανολογικός < βοτανολόγος / βοτανολογία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βοτανολογικός | βοτανολογική | βοτανολογικό |
| Γενική | βοτανολογικού | βοτανολογικής | βοτανολογικού |
| Αιτιατική | βοτανολογικό | βοτανολογική | βοτανολογικό |
| Κλητική | βοτανολογικέ | βοτανολογική | βοτανολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βοτανολογικοί | βοτανολογικές | βοτανολογικά |
| Γενική | βοτανολογικών | βοτανολογικών | βοτανολογικών |
| Αιτιατική | βοτανολογικούς | βοτανολογικές | βοτανολογικά |
| Κλητική | βοτανολογικοί | βοτανολογικές | βοτανολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →