Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βοτανολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την βοτανολογία ή τον βοτανολόγο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βοτανολογικός < βοτανολόγος / βοτανολογία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβοτανολογικόςβοτανολογικήβοτανολογικό
Γενικήβοτανολογικούβοτανολογικήςβοτανολογικού
Αιτιατικήβοτανολογικόβοτανολογικήβοτανολογικό
Κλητικήβοτανολογικέβοτανολογικήβοτανολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβοτανολογικοίβοτανολογικέςβοτανολογικά
Γενικήβοτανολογικώνβοτανολογικώνβοτανολογικών
Αιτιατικήβοτανολογικούςβοτανολογικέςβοτανολογικά
Κλητικήβοτανολογικοίβοτανολογικέςβοτανολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →