βότανο
•
- ποώδες φυτό Βικιλεξικό
- ειδικότεραφυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες Βικιλεξικό
- Ο κομπογιαννίτης περιεφέρετο εἰς τὸν δρόμον σοβαρώτατος , κρατών κιβωτίδιον πλῆρες φαρμάκων, ὁ δὲ βοηθός του (τὸ κοπέλλι) ἐφώναζε: «γιατρός ! γιατρικά ! βότανα γιὰ κάθε ἀρρώστια !» (Δημήτριος Γρηγορίου Καμπούρογλους, Ιστορία των Αθηνών Τουρκοκρατία. Περίοδος πρώτη 1458-1687, τόμος 3, Α. Παπαγεωργίου, 1896)
- κατ’ επέκτασητμήμα φυτού με φαρμακευτικές ιδιότητες, συνήθως αποξηραμένο, αλλά και το υγρό παρασκεύασμα που φτιάχνεται από αυτό (αφέψημα, εκχύλισμα κλπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βότανο <(κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βότανον < βοτανίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βότανο | βότανα |
| Γενική | βοτάνου / βότανου | βοτάνων / βότανων |
| Αιτιατική | βότανο | βότανα |
| Κλητική | βότανο | βότανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →