βουβαλίσιος
•
- που έχει σχέση με βουβάλι, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουβαλίσιος < βουβάλ(ι) + -ίσιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βουβαλίσιος | βουβαλίσια | βουβαλίσιο |
| Γενική | βουβαλίσιου | βουβαλίσιας | βουβαλίσιου |
| Αιτιατική | βουβαλίσιο | βουβαλίσια | βουβαλίσιο |
| Κλητική | βουβαλίσιε | βουβαλίσια | βουβαλίσιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βουβαλίσιοι | βουβαλίσιες | βουβαλίσια |
| Γενική | βουβαλίσιων | βουβαλίσιων | βουβαλίσιων |
| Αιτιατική | βουβαλίσιους | βουβαλίσιες | βουβαλίσια |
| Κλητική | βουβαλίσιοι | βουβαλίσιες | βουβαλίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →