Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουβαλίσιος

/vu.vaˈli.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με βουβάλι, ανήκει σ’ αυτό ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βουβαλίσιος < βουβάλ(ι) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουβαλίσιοςβουβαλίσιαβουβαλίσιο
Γενικήβουβαλίσιουβουβαλίσιαςβουβαλίσιου
Αιτιατικήβουβαλίσιοβουβαλίσιαβουβαλίσιο
Κλητικήβουβαλίσιεβουβαλίσιαβουβαλίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουβαλίσιοιβουβαλίσιεςβουβαλίσια
Γενικήβουβαλίσιωνβουβαλίσιωνβουβαλίσιων
Αιτιατικήβουβαλίσιουςβουβαλίσιεςβουβαλίσια
Κλητικήβουβαλίσιοιβουβαλίσιεςβουβαλίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →