βουβάλι
•
- θηλαστικό ζώο(Bubalus bubalis) είδος άγριου και μεγαλόσωμου βοοειδούς με κοντό και αραιό τρίχωμα και μακριά κέρατα, το οποίο ζει κυρίως στην Ασία και την Αφρική Βικιλεξικό
- μεταφορικάο παχύς, άχαρος και δυσκίνητος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουβάλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουβάλιον < ελληνιστική κοινή βούβαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βουβάλι | βουβάλια |
| Γενική | βουβαλιού | βουβαλιών |
| Αιτιατική | βουβάλι | βουβάλια |
| Κλητική | βουβάλι | βουβάλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →