Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουβωνοκηλικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με την βουβωνοκήλη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βουβωνοκηλικός < ελληνιστική κοινή βουβωνοκηλικός < βουβωνοκήλ(η) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουβωνοκηλικόςβουβωνοκηλικήβουβωνοκηλικό
Γενικήβουβωνοκηλικούβουβωνοκηλικήςβουβωνοκηλικού
Αιτιατικήβουβωνοκηλικόβουβωνοκηλικήβουβωνοκηλικό
Κλητικήβουβωνοκηλικέβουβωνοκηλικήβουβωνοκηλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουβωνοκηλικοίβουβωνοκηλικέςβουβωνοκηλικά
Γενικήβουβωνοκηλικώνβουβωνοκηλικώνβουβωνοκηλικών
Αιτιατικήβουβωνοκηλικούςβουβωνοκηλικέςβουβωνοκηλικά
Κλητικήβουβωνοκηλικοίβουβωνοκηλικέςβουβωνοκηλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →