βουβώνας
•
- ανατομίαη κάτω απόληξη του κορμού, το τμήμα ανάμεσα στο πάνω μέρος των ποδιών και της κοιλιάς, η περιοχή γύρω από τα γεννητικά όργανα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βουβώνας < αρχαία ελληνική βουβών < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *beu-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βουβώνας | βουβώνες |
| Γενική | βουβώνα | βουβώνων |
| Αιτιατική | βουβώνα | βουβώνες |
| Κλητική | βουβώνα | βουβώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →