Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βουνίσιος

/vuˈni.sços/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ορεσίβιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βουνίσιος < βουν(ό) + -ίσιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβουνίσια / βουνίσιος / βουνίσιοβουνίσιες / βουνίσιοι / βουνίσια
Γενικήβουνίσιας / βουνίσιου / βουνίσιουβουνίσιων / βουνίσιων / βουνίσιων
Αιτιατικήβουνίσια / βουνίσιο / βουνίσιοβουνίσιες / βουνίσιους / βουνίσια
Κλητικήβουνίσια / βουνίσιε / βουνίσιοβουνίσιες / βουνίσιοι / βουνίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βουνίσιος

/vuˈni.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το βουνό, ανήκει σ’ αυτό, κατάγεται ή προέρχεται απ’ αυτό ή κατοικεί σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βουνίσιος < βουν(ό) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουνίσιοςβουνίσιαβουνίσιο
Γενικήβουνίσιουβουνίσιαςβουνίσιου
Αιτιατικήβουνίσιοβουνίσιαβουνίσιο
Κλητικήβουνίσιεβουνίσιαβουνίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβουνίσιοιβουνίσιεςβουνίσια
Γενικήβουνίσιωνβουνίσιωνβουνίσιων
Αιτιατικήβουνίσιουςβουνίσιεςβουνίσια
Κλητικήβουνίσιοιβουνίσιεςβουνίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →