Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καμπίσιος

/kamˈbi.sços/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο κάτοικος περιοχής που βρίσκεται σε κάμπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμπίσιος < κάμπ(ος) + -ίσιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαμπίσια / καμπίσιος / καμπίσιοκαμπίσιες / καμπίσιοι / καμπίσια
Γενικήκαμπίσιας / καμπίσιου / καμπίσιουκαμπίσιων / καμπίσιων / καμπίσιων
Αιτιατικήκαμπίσια / καμπίσιο / καμπίσιοκαμπίσιες / καμπίσιους / καμπίσια
Κλητικήκαμπίσια / καμπίσιε / καμπίσιοκαμπίσιες / καμπίσιοι / καμπίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

καμπίσιος

/kamˈbi.sços/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται, ζει ή παράγεται στον κάμπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καμπίσιος < κάμπ(ος) + -ίσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμπίσιοςκαμπίσια / καμπίσιιακαμπίσιιο / καμπίσιο
Γενικήκαμπίσιουκαμπίσιαςκαμπίσιου
Αιτιατικήκαμπίσιοκαμπίσιακαμπίσιο
Κλητικήκαμπίσιεκαμπίσιακαμπίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαμπίσιοικαμπίσιεςκαμπίσια
Γενικήκαμπίσιωνκαμπίσιωνκαμπίσιων
Αιτιατικήκαμπίσιουςκαμπίσιεςκαμπίσια
Κλητικήκαμπίσιοικαμπίσιεςκαμπίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →