καμπίσιος
•
- ο κάτοικος περιοχής που βρίσκεται σε κάμπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καμπίσιος < κάμπ(ος) + -ίσιος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καμπίσια / καμπίσιος / καμπίσιο | καμπίσιες / καμπίσιοι / καμπίσια |
| Γενική | καμπίσιας / καμπίσιου / καμπίσιου | καμπίσιων / καμπίσιων / καμπίσιων |
| Αιτιατική | καμπίσια / καμπίσιο / καμπίσιο | καμπίσιες / καμπίσιους / καμπίσια |
| Κλητική | καμπίσια / καμπίσιε / καμπίσιο | καμπίσιες / καμπίσιοι / καμπίσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →