βουρκώνω
•
- μεταφορικάθλίβομαι και δακρύζω ή ετοιμάζομαι να κλάψω Βικιλεξικό
- Μάτια βουρκωμένα παραπονεμένα / δίχως αγάπη και πόνο κανένας δε ζει (στίχοι τραγουδιού: Νίκος Γκάτσος, μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
- Τα έλεγε αυτά ο δάσκαλος με παράπονο, και βούρκωναν τα μάτια του. (Πηνελόπη Δέλτα, Παραμύθι χωρίς όνομα, Κεφάλαιο Δ)
- κατ’ επέκτασησκοτεινιάζω, συννεφιάζω, ανταριάζω Βικιλεξικό
- κυριολεκτικάγίνομαι (σαν) βούρκος Βικιλεξικό
- Στον Σκουτελώνα Κολυμπαρίου ο ποταμός για ένα τμήμα 150 περίπου μέτρων έχει βουρκώσει και, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα διάνοιξής του προς τη θάλασσα να αδειάσει το τμήμα αυτό που έχει μετατραπεί σε λίμνη, σίγουρα θα υπάρξει πρόβλημα υγιεινής από τα κουνούπια τα οποία θ' αναπαραχθούν στα στάσιμα νερά του. (* haniotika-nea.gr)
Ετυμολογία
βουρκώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βουρκώνω < βοῦρκος (βούρκος)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βουρκώνω | βουρκώνεις | βουρκώνει | βουρκώνουμε | βουρκώνετε | βουρκώνουν / βουρκώνουνε |
| Παρατατικός | βούρκωνα | βούρκωνες | βούρκωνε | βουρκώναμε | βουρκώνατε | βουρκώναν / βουρκώνανε / βούρκωναν |
| Αόριστος | βούρκωσα | βούρκωσες | βούρκωσε | βουρκώσαμε | βουρκώσατε | βουρκώσαν / βουρκώσανε / βούρκωσαν |
| Μέλλοντας | θα βουρκώνω / θα βουρκώσω | θα βουρκώνεις / θα βουρκώσεις | θα βουρκώνει / θα βουρκώσει | θα βουρκώνουμε / θα βουρκώσουμε | θα βουρκώνετε / θα βουρκώσετε | θα βουρκώνουν / θα βουρκώνουνε / θα βουρκώσουν / θα βουρκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω βουρκώσει | έχεις βουρκώσει | έχει βουρκώσει | έχουμε βουρκώσει | έχετε βουρκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βουρκώσει | είχες βουρκώσει | είχε βουρκώσει | είχαμε βουρκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βουρκώσει / να βουρκώνω / να βουρκώσω | να έχεις βουρκώσει / να βουρκώνεις / να βουρκώσεις | να έχει βουρκώσει / να βουρκώνει / να βουρκώσει | να έχουμε βουρκώσει / να βουρκώνουμε / να βουρκώσουμε | να έχετε βουρκώσει / να βουρκώνετε / να βουρκώσετε | να βουρκώνουν / να βουρκώνουνε / να βουρκώσουν / να βουρκώσουνε |
| Προστακτική | — | βούρκωνε / βούρκωσε | — | — | βουρκώνετε / βουρκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →