Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βούρκωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το αποτέλεσμα του βουρκώνω Βικιλεξικό
    • Όμως ο έρμος ο Χρυσοβαλάντης, που τη μια προκαλεί υστερικά γέλια και την άλλη βούρκωμα στους αναγνώστες, δεν ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται. Ένας ανερμάτιστος άνθρωπος, πανικόβλητος απ’ την κρίση που αχνοφαίνεται στην Ελλάδα, παραπαίει μεταξύ αγαθομάρας και θυμοσοφίας. («Μάρτυς μου ο Θεός»: Η επανέκδοση ενός σπουδαίου βιβλίου, athensvoice.gr, 15/02/2020 https://www.athensvoice.gr/politismos/vivlio/622109/martys-moy-o-theos-i-epanekdosi-enos-spoydaioy-vivlioy/)

Ετυμολογία

βούρκωμα < βουρκώνω + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβούρκωμαβουρκώματα
Γενικήβουρκώματοςβουρκωμάτων
Αιτιατικήβούρκωμαβουρκώματα
Κλητικήβούρκωμαβουρκώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →